Σάββατο, 18 Σεπτεμβρίου 2010

Πεδινή πέρδικα (perdix perdix)


Μείωση και πιθανή αποκατάσταση της πεδινής πέρδικας.

Απόστολος Τσιομπανούδης, Δασοπόνος & Πέτρος Πλατής, Δασολόγος – Επ. Συνεργάτης ΣΤ’ Κ.Ο.ΜΑ.Θ.


Αρκετά είδη πτηνών που χρησιμοποιούν σαν ενδιαίτημα τις αγροτικές περιοχές, έχουν παρουσιάσει δραματική πληθυσμιακή μείωση κατά την διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών στην Ευρώπη. Ένα από αυτά τα είδη είναι και η πεδινή πέρδικα, που κάποτε ήταν ένα από τα πιο κοινά είδη των αγροτικών και ημιορεινών εκτάσεων. Με εξαίρεση τη Ρωσία και την Τσεχία όπου οι πληθυσμοί παραμένουν σταθεροί ή δείχνουν αυξητική τάση, όλες οι Ευρωπαϊκές χώρες παρουσίασαν μείωση στο μέγεθος των πληθυσμών από 1% μέχρι και 80%, με συνολικό μέσο όρο 30%. Σαν αποτέλεσμα όλων αυτών και επειδή η πεδινή πέρδικα αποτελεί σημαντικό θηραματικό είδος, αρκετές διεθνείς κυνηγετικές οργανώσεις και ερευνητικά ιδρύματα, έχουν επιδοθεί στην μελέτη για την αποκατάσταση του είδους.
Η μεγαλύτερη και μακροβιότερη πηγή πληροφοριών που αφορά την κάρπωση της πεδινής πέρδικας, βρίσκεται στην Μεγάλη Βρετανία και συγκεκριμένα στην περιοχή North-Norfolk (1793-1993). Σύμφωνα με τα στοιχεία, διακρίνονται τρείς περίοδοι που χαρακτηρίζουν την μείωση της πέρδικας. Η πρώτη (1793-1950) χαρακτηρίζεται από την υψηλή κάρπωση αρκετών εκατοντάδων πουλιών ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο. Η δεύτερη περίοδος (1950-1970) απέδειξε την ισχυρή μείωση στην κάρπωση φτάνοντας σε μερικά πουλιά ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο. Στην τρίτη περίοδο (μετά το 1970) συνεχίζεται η μείωση με σταθερό ποσοστό κάθε χρόνο.
Αλλά τι προκάλεσε την δραματική μείωση την περίοδο 1950-1970; Πριν τη συγκεκριμένη περίοδο το ποσοστό επιβίωσης των νεοσσών ήταν πάνω από 50%. Κατά την διάρκεια όμως της περιόδου ’50-’70, οι νεοσσοί που επιβίωναν ήταν κάτι λιγότερο από 30%. Παρόμοιες καταστάσεις εμφάνιζαν και οι περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες, οι οποίες έρχονταν πλέον αντιμέτωπες με ένα σοβαρό οικολογικό πρόβλημα.
Ένας από τους πιο σημαντικούς παράγοντες που οδήγησαν στην μείωση ήταν η δραματική αύξηση των ζιζανιοκτόνων φαρμάκων με σκοπό την πρόληψη και καταστολή των ζημιών που προκαλούν τα έντομα στις αγροτικές καλλιέργειες. Επίσης τα φυτοφάρμακα και τα μυκητοκτόνα συνέβαλλαν αρνητικά σε μεγάλο ποσοστό στην επιβίωση των νεαρών περδικιών. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι πριν το ’50, μόλις το 10% των καλλιεργειών ψεκάζονταν με φάρμακα ενώ μετά το 1965 το ποσοστό αυτό ανήλθε στο 90%. Η χρήση ζιζανιοκτόνων είχε άμεσες επιπτώσεις, δηλητηριάζοντας τους νεοσσούς, ή έμμεσες, σκοτώνοντας την τροφή τους, τα έντομα, που είναι απαραίτητα για τις πρώτες εβδομάδες της ζωής τους. Οι έμμεσες επιδράσεις αποδείχθηκε ότι είναι πιο δραστικές και ισχυρές. Επιπλέον, τα φυτοφάρμακα μείωσαν σε τεράστιο ποσοστό τους διαθέσιμους σπόρους και καρπούς αγρίων φυτών, που αποτελούν επίσης σημαντική πηγή τροφής για τις πέρδικες.
Δεύτερος σημαντικότερος παράγοντας της μείωσης, είναι η πτώση της ποιότητας των βιοτόπων. Σε αυτό συνέβαλλαν οι δραστικές αλλαγές στο αγροτικό τοπίο εξαιτίας της εντατικοποίησης και της μηχανοποίησης των αγροτικών πρακτικών. Η αύξηση της έκτασης των αγροτεμαχίων εξαφάνισε τους φυσικούς φράκτες που βρισκόταν ανάμεσα τους. Η απώλεια των φυσικών διαχωριστικών φρακτών, μείωσε το ποσοστό διαθέσιμων θέσεων για φωλεοποίηση. Επίσης μειώθηκαν οι ακαλλιέργητες εκτάσεις, όπου οι πέρδικες αναζητούσαν τροφή.
Η αρπακτικότητα είναι ένας παράγοντας που έκανε την εμφάνιση του τα τελευταία 20 χρόνια. Στη Γαλλία αποδείχθηκε ότι οι εναέριοι και επίγειοι άρπαγες ευθύνονται για το 70% των απωλειών από τους νεοσσούς κάθε χρόνο. Επιπλέον η μεγάλη κυνηγετική πίεση, χωρίς την επιβολή διαχειριστικών μέτρων και ελέγχου των πληθυσμών, συνετέλεσε στην περαιτέρω μείωση της πεδινής πέρδικας, με αρκετά μεγάλο ποσοστό σε μερικές περιοχές (35-40 %). Ακόμα, η απελευθέρωση φασιανών για την αύξηση της κυνηγετικής κάρπωσης σε μερικές περιοχές, οδήγησε στην μετάδοση ασθενειών και παρασίτων στους άγριος πληθυσμούς της πεδινής πέρδικας, με αποτέλεσμα την απώλεια σωματικού βάρους και κατά συνέπεια τον θάνατο των πουλιών.
Τι μπορεί να γίνει για την ανάκαμψη των πληθυσμών; Οι νεότερες έρευνες προτείνουν την ανάγκη για την μείωση της αρπακτικότητας, χωρίς όμως να υπάρχουν ποσοτικά δεδομένα για το εάν η εφαρμογή του συγκεκριμένου μέτρου θα έχει θετικά αποτελέσματα. Εξαίρεση αποτελεί μια έρευνα στη Μ. Βρετανία που αποδεικνύει ότι ο έλεγχος των αρπάγων (αλεπού, κουνάβια, κορακοειδή) κατά την διάρκεια 3 ετών είχε σαν αποτέλεσμα τον τριπλασιασμό των ζευγαριών και γενικότερα του πληθυσμού. Το μειονέκτημα της συγκεκριμένης έρευνας είναι ότι ο έλεγχος εφαρμόστηκε σε μια μικρή περιοχή και το ερώτημα που προκύπτει είναι εάν θα υπήρχαν τα ίδια αποτελέσματα σε μεγάλες εκτάσεις. Το σίγουρο είναι ότι μια πιθανή αύξηση της πεδινής πέρδικας σε μια περιοχή, μπορεί να επιτευχτεί με έναν συνδυασμό παραγόντων και ενεργειών από τον άνθρωπο, όπως είναι η βελτίωση της ποιότητας του βιοτόπου και αμέσως μετά ο έλεγχος των αρπάγων.
Ένα διαχειριστικό μέτρο που έχει εφαρμοστεί με επιτυχία, είναι το όργωμα χωραφιών που βρίσκονται σε καθεστώς αγρανάπαυσης για πολλά χρόνια, με στόχο την εμφάνιση μονοετών φυτών και την απομάκρυνση των πολυετών. Το όργωμα εφαρμόζεται ανά δυο χρόνια, χωρίς φυσικά τη χρησιμοποίηση χημικών φαρμάκων. Το μέτρο αυτό εφαρμόστηκε στη Μ. Βρετανία με θεαματικά αποτελέσματα, αυξάνοντας κατά 50% τους νεοσσούς που επιβίωσαν. Επίσης πολύ σημαντική είναι η ρίψη μίγματος σπόρων, με σκοπό την αύξηση της ποικιλίας των ειδών της βλάστησης, για την ενίσχυση των διατροφικών συνθηκών της πέρδικας.
Όμως η δημιουργία κατάλληλων βιοτόπων, μπορεί να προκαλέσει αύξηση της αρπακτικότητας, καθώς οι πέρδικες συγκεντρώνονται σε αυτές τις περιοχές και είναι περισσότερο ευάλωτες στους άρπαγες, οι οποίοι συνηθίζουν στην παρουσία της και την αναζητούν μόνο σε συγκεκριμένα σημεία. Για το σκοπό αυτό προτάθηκε οι επεμβάσεις να έχουν ελάχιστη έκταση τα 3 στρέμματα και να εφαρμόζονται διάσπαρτα σε μεγάλες πεδινές περιοχές.
Ωστόσο το πιο σημαντικό για να ενισχυθεί ένας υπάρχον πληθυσμός πεδινής πέρδικας, είναι η διατήρηση και αύξηση της διαθέσιμης τροφής των νεοσσών. Το πιο ιδανικό μέτρο είναι η παύση των ζιζανιοκτόνων όπως συμβαίνει στις βιολογικές καλλιέργειες. Ιδιαίτερα οι βιολογικές καλλιέργειες δημητριακών, παρέχουν μεγάλη ποικιλία και ποσότητα σπόρων και εντόμων. Για αυτόν τον λόγο έχει παρατηρηθεί μεγαλύτερη ποικιλία πτηνών σε βιολογικές καλλιέργειες σε σχέση με τις συμβατικές.
Τι συμβαίνει όμως με τις απελευθερώσεις; Λόγω της εύκολης εκτροφής της πεδινής πέρδικας, έχουν πραγματοποιηθεί απελευθερώσεις χιλιάδων πουλιών σε πολλές περιοχές της Ευρώπης για την αύξηση της κυνηγετικής κάρπωσης ή την εγκατάσταση νέων πληθυσμών σε μέρη που κάποτε προϋπήρχαν. Το κεφάλαιο της απελευθέρωσης όμως είναι τεράστιο, με πολλές παραμέτρους και ερωτήματα.
Κατά καιρούς έχουν εφαρμοστεί διάφορες πρακτικές απελευθέρωσης, τα συμπεράσματα που προέκυψαν όμως δεν είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικά για πολλές από αυτές, καθώς η πεδινή πέρδικα είναι ένα εξαιρετικά ευαίσθητο και τρωτό είδος στους άρπαγες. Επίσης η εξοικείωση των εκτρεφόμενων πουλιών με το νέο τους περιβάλλον είναι ιδιαίτερα δύσκολη και χρονοβόρα, με αποτέλεσμα την αποτυχία των απελευθερώσεων στις περισσότερες περιπτώσεις.
Ο Βρετανικός οργανισμός «Game and Wildlife Conservation Trust» και μετά από πολυετή έρευνα και πειράματα, μας δίνει χρήσιμες συμβουλές που αφορούν την απελευθέρωση της πεδινής πέρδικας. Συνοπτικά οι δυο κυριότερες από αυτές είναι:
Σε περιοχές όπου η πυκνότητα της πέρδικας είναι τουλάχιστον 2 ζεύγη ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο, η απελευθέρωση πρέπει να απαγορεύεται ενώ η καταπολέμηση των αρπάγων και η βελτίωση των βιοτόπων είναι ουσιαστικά μέτρα για την αύξηση του πληθυσμών, και
Όπου δεν υπάρχει πληθυσμός ή η πυκνότητα είναι πάρα πολύ χαμηλή, η μεταφορά άγριων πουλιών από άλλη περιοχή είναι η καλύτερη μέθοδος. Η σύλληψη πρέπει να γίνεται από έναν υγιή πληθυσμό την περίοδο του φθινοπώρου (τουλάχιστον 25 πουλιά/km2) και το ποσοστό των συλληφθέντων δεν μπορεί να υπερβαίνει το 10% των ήδη υπαρχόντων πουλιών.

Βιβλιογραφία που χρησιμοποιήθηκε
Buner F. and Aebischer N. J. (2008) Guidelines for re-establishing grey partridges through releasing. Game & Wildlife Conservation Trust, Fordingbridge.
Buner F. (2008) Survival, habitat use and disturbance behaviour of re-introduced Grey Partridges Perdix perdix L. in an enhanced arable landscape in the Swiss Klettgau. PhD thesis, University of Basel and Swiss Ornithological Institute Sempach.
Kuijper D., Oosterveld E. and Wymenga E. (2009) Decline and potential recovery of the European grey partridge (Perdix perdix) population—a review. Eur. J. Wildl. Res. 55: 455-463.
Parish D.M.B and Sotherton N.W. (2007) The fate of released captive reared grey partridges Perdix perdix: implications for reintroduction programmes. Wildl. Biol. 13: 140-149.
Potts G.R. and Aebischer N.J. (1995) Population dynamics of the grey partridge Perdix perdix 1793–1993: monitoring, modelling and management. Ibis 137:s29–s37
Το παρόν έχει δημοσιευθεί στον ''Πάνθηρα'' του 2010

2 σχόλια:

  1. Dear Alkiviadis Tsavos when environment and wild life change by humans we will bee see some unwanted circiumstance in future time,future not nice for wild life an animals.Thanky for nice sharing,stay well,best wishes.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Sevgili İlhami, yaban hayatı birçok yönden insanlar tarafından yok edildi.
    Ziyaret ettiğiniz için teşekkürler.
    Sana iyi bir iş diliyorum.

    ΑπάντησηΔιαγραφή